Η Ιστιοπλοΐα και η Τέχνη της

Η Ιστιοπλοΐα και η Τέχνη της
(απόσπασμα από τον πρόλογο του ομώνυμου βιβλίου του Μάριου Βερέττα, που κυκλοφορεί πλέον σε νέα βελτιωμένη έκδοση) βλ. www.verettasbooks.gr

Από την βράβευση και την παγκόσμια αναγνώριση του Οδυσσέα Ελύτη, από την τέφρα της Μαρίας Κάλλας, που σκορπίστηκε στα κύματα του Αιγαίου πελάγους σύμφωνα με την τελευταία της θέληση, από τη μουσική λατρεία της θάλασσας, καθώς προβάλλει μέσα από τους στίχους του Καββαδία και τη φωνή της Μαρίζας Κωχ, απ’ τις παλιές και πρόσφατες ιστιοπλοϊκές νίκες στους Ολυμπιακούς Αγώνες και την περηφάνια που νιώσαμε γι’ αυτές, όλα μα όλα, μαρτυρούν τη θαλασσινή φύση της ελληνικής ψυχής. Αρκεί μια αναπόληση στα νησιά, φτάνει μια βόλτα κάτω στο λιμάνι – οποιοδήποτε λιμάνι – για να συνειδητοποιήσουμε ότι ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε θαλασσινός λαός.

«Τώρα που απόκτησα σκάφος νιώθω Έλληνας», είπε ο ωκεανοπλόος Αντώνης Βασιλειάδης, όταν έκτισε μόνος του το πρώτο του 9μετρο ξύλινο σκάφος κι έραψε με τα χέρια του τα πανιά του. Το 1980 0 Βασιλειάδης ήταν ο πρώτος Έλληνας που πήρε μέρος στον μεγάλο μοναχικό υπερατλαντικό αγώνα. Αλλά τον Ατλαντικό ωκεανό τον είχε διαπλεύσει από το 1960 ολομόναχος ένας άλλος Έλληνας, ο Σάββας Γεωργίου, επάνω στη «Χαρά», ένα σκάφος 8,5 μέτρων, καλύπτοντας σε 40 ημέρες την απόσταση ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και τον Πειραιά. Το 1992, ένας άλλος θεότρελος Έλληνας, ο Γιώργος Γκρίτσης, παρέα με την Άννε Μαρία Μπίντερμαν, επάνω σε ένα σκάφος μήκους 9 μέτρων, κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου στην Καλαμάτα, ξεκίνησε για τον γύρο του κόσμου, άθλο που ολοκλήρωσε στα τέλη του 1995. Το σκάφος του Γκρίτση έφερε το όνομα «Καλλίπυγος», που στα αρχαία ελληνικά ήταν προσωνυμία της θεάς Αφροδίτης και σημαίνει «ομορφοκώλα».

Ελληνική υπόθεση η θάλασσα. Έλληνας ο Ιάσονας Ζηργάνος, ο πρωτοκολυμβητής-θρύλος, που αφού πέρασε τέσσερις φορές τη Μάγχη, το Βόσπορο, κι ανέβηκε άλλες τόσες το Νείλο και τον Αώο, χάθηκε στην αγκαλιά της γαλάζιας απεραντοσύνης το 1959, πάντοτε κολυμπώντας, κάπου ανάμεσα στην Ιρλανδία και τη Σκωτία. Έλληνες οι Μπουντούρης, Ραπανάκης, Γαβρίλης, που απέσπασαν το χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας, κι Έλληνες οι Εσκιτσόγλου, Ζαΐμης και Γλίξμπουργκ που μας χάρισαν το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς της Ρώμης το 1960. Ακόμη ελληνικός παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός στόλος του κόσμου και αμέτρητοι οι συμπατριώτες μας που αλωνίζουν χρόνο με το χρόνο όλα τα πελάγη της υφηλίου. Έλληνας ο «ποιητής του Αιγαίου» Οδυσσέας Ελύτης και Έλληνας ο «ποιητής των ωκεανών» ο Νίκος Καββαδίας.

Κύλισαν οι αιώνες. Και πάντοτε η θάλασσα ήταν το στοιχείο αλλά και το στοιχειό των κατοίκων αυτού του τόπου. Με το κουπί και το πανί οργώνανε τις θάλασσες οι Έλληνες. Μέχρι που ήρθε τελικά η εποχή των μηχανών. Κι η τεχνική της ναυτιλίας άλλαξε. Τα πανιά ξεπεράστηκαν. Αντικαταστάθηκαν από τον ατμό, το πετρέλαιο, ακόμη και την πυρηνική ενέργεια. Αλλά ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού συνέχισε να ζει από τη θάλασσα, είτε επανδρώνοντας τα επιβατηγά και εμπορικά σκάφη στις τοπικές και υπερπόντιες συγκοινωνίες και μεταφορές, είτε συλλέγοντας με κόπο περισσό το καθημερινό ψωμί με το ψάρεμα. Οι υπόλοιποι, όσοι δεν επήραν το δρόμο της μετανάστευσης, συγκεντρώθηκαν στις μεγάλες πόλεις, αστικοποιήθηκαν, διάλεξαν άλλους τρόπους επιβίωσης, μακριά από τη θάλασσα. Ωστόσο ποτέ δεν στρέψαμε τη ράχη μας στη γαλάζια απεραντοσύνη. Δεν ξεχάσαμε τη θάλασσα γιατί δεν μας αφήνει να την ξεχάσουμε, εφόσον μας περιτριγυρίζει από παντού. Γιατί, θέλουμε δεν θέλουμε, την έχουμε στο αίμα και την ψυχή μας.

Επιστροφή στη θάλασσα

Έτσι ξαναγυρίσαμε στη θάλασσα. Όχι πια για να επιβιώσουμε από τον πλούτο της αλλά και για να «παίξουμε» μαζί της. Για ψυχαγωγία και αθλητισμό. Το απλό κολύμπι. Η βαρκάδα, το ερασιτεχνικό ψάρεμα, τα θαλάσσια ταξίδια αναψυχής, αποτέλεσαν τα πρώτα βήματα. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν οι σύλλογοι, που έταξαν για σκοπό τους την ανάπτυξη των διαφόρων πτυχών του ναυταθλητισμού. Καλοί ή κακοί, οργανωμένοι ή ανοργάνωτοι, οι ναυταθλητικοί σύλλογοι προσέφεραν πολλά στην λατρεία του Έλληνα για τη θάλασσα. Από τους συλλόγους αυτούς ξεπήδησαν οι πιο αξιόλογοι αθλητές στην κολύμβηση, στην κωπηλασία, στην ιστιοπλοΐα. Το απλό παιχνίδι στα νερά έγινε αθλητισμός, ο αθλητισμός τέχνη, η τέχνη ευγενική άμιλλα και αδιάκοπη ανάπτυξη του πολιτισμικού επιπέδου του λαού μας.

Παράλληλα η τεχνική του ναυταθλητισμού γνώρισε μια εκπληκτική εξέλιξη. Ειδικά στην ιστιοπλοΐα σημειώθηκαν πραγματικά θαύματα. Τα «λόρδικα», δηλαδή οι πολυτελείς θαλαμηγοί των πλουσίων του 19ου αιώνα, μεταμορφώθηκαν σε μικρά, ευκίνητα, ταχύτατα και εντυπωσιακά εξοπλισμένα σκάφη αναψυχής, που ρίχτηκαν στην παγκόσμια αγορά σε μια ανεξάντλητη ποικιλία μορφής και κόστους, αποβλέποντας να ανταποκριθούν τόσο στα μεγάλα όσο και στα μικρά πορτοφόλια. Νέα υλικά, νέες μέθοδοι κατασκευής έκαναν πλέον την ιστιοπλοΐα ένα είδος αθλητισμού και ένα τρόπο αναψυχής, που προσφέρεται σε όλο και περισσότερους ανθρώπους.

Η μύηση στις βασικές αρχές της ιστιοπλοΐας είναι απλούστατη. Το να μάθει κανείς να ταξιδεύει με ιστιοφόρο είναι εξίσου απλό και φυσικό με το να μάθει να βαδίζει, να κολυμπάει ή να προσανατολίζεται σε σχέση με το περιβάλλον. Μετά από μια συνοπτική καθοδήγηση ακόμη κι ένα παιδάκι ηλικίας έξι χρονών μπορεί να κυβερνήσει ένα μικρό ιστιοφόρο σκάφος.

Βέβαια στη συνέχεια τα πράγματα γίνονται περιπλοκότερα. Διότι εκτός από «φυσική ιδιότητα» η ιστιοπλοΐα είναι και τέχνη. Κάθε πιτσιρίκι μπορεί να κυβερνήσει ένα μικρό σκαφάκι, αλλά απέχει πολύ από τον ιστιοπλόο που διασχίζει τον Ατλαντικό ωκεανό. Ουσιαστικά, μια ζωή δεν φτάνει στο ιστιοπλόο για να μυηθεί σε όλες τις λεπτομέρειες της ιστιοπλοΐας.
Σε πρώτη φάση οι βασικές γνώσεις είναι εύκολες και καταληπτές από τους πάντες. Στη συνέχεια έπονται οι βαθύτερες γνώσεις, που απαιτούν μελέτη εξειδικευμένων βιβλίων. Και ακολουθεί τέλος το ταλέντο. Το οποίο είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει. Το ταλέντο δεν διδάσκεται. Είναι προίκα που παρέχει η φύση σε κάποιους ανθρώπους. Όχι όμως σε όλους τους ανθρώπους. Είτε λοιπόν αγαπάει κανείς τη θάλασσα, αντιλαμβάνεται το ρυθμό της και κατανοεί τη γλώσσα της, είτε τη φοβάται, κι αυτός ο φόβος τα … θαλασσώνει στην κρίσιμη στιγμή. Με άλλα λόγια, το λεγόμενο ταλέντο είναι η υποκειμενική «αίσθηση» του υγρού στοιχείου, η ασυνείδητη ταύτιση με τον θαλάσσιο παλμό, που δεν διδάσκεται αλλά μόνον βιώνεται.

Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα θα μπορούσε να μάθει κανείς ιστιοπλοΐα πηγαίνοντας να δουλέψει σ’ ένα καΐκι. Η περίπτωση της «Μανταλένας» είναι χαρακτηριστική. Η κοπελίτσα (Αλίκη Βουγιουκλάκη) έμαθε να κυβερνάει το τρεχαντήρι του πατέρα της από μικρό παιδί. Το σκάφος χρησίμευε για να περνάει τους νησιώτες από την μια ακτή στην άλλη, με το μεγάλο τριγωνικό πανί του. Και το δράμα προέκυψε όταν ο αντίζηλος (Δημήτρης Παπαμιχαήλ) αγόρασε ένα σκάφος με μηχανή.

Κανείς όμως δεν μπορεί να μάθει πλέον ιστιοπλοΐα σαν την Μανταλένα. Όλα τα πλεούμενα είναι πλέον μηχανοκίνητα. Η τέχνης τη λαϊκής ιστιοπλοΐας, όπως την περιγράφουν στα βιβλία τους ο Καρκαβίτσας, ο Παπαδιαμάντης, ο Μπασιάς, ο Σούκας, η Βλάμη, ο Μυριβήλης, ο Μαγκλής κι ο Ρώμας, που στον υπέροχοχο «Σοπρακόμιτο» μας προσφέρει μια πληρέστατη περιγραφή της ιστιοπλοΐας κατά τον 17ο αιώνα. Έτσι σήμερα ο μόνος τρόπος για να μάθει κανείς ιστιοπλοΐα είναι να μαθητεύσει σε μια από τις πολυάριθμες σχολές που λειτουργούν σε όλη την Ελλάδα, μελετώντας παράλληλα τα θεωρητικά θέματα από τα ανάλογα βιβλία.

Κακά τα ψέματα. Κανείς δεν μπορεί να μάθει ιστιοπλοΐα μόνον από τα βιβλία. Αλλά και κανείς δεν μπορεί να εξαντλήσει το απόθεμα των γνώσεων ενός έμπειρου δασκάλου εάν δεν διατυπώνει απορίες που προκύπτουν από τη συνεχή μελέτη του θέματος. Στις σχολές ιστιοπλοΐας υπάρχουν θαυμάσιοι δάσκαλοι που επιλύουν κάθε απορία. Αλλά εξαρτάται κι από τους μαθητές να διατυπώνουν τις κατάλληλες απορίες, και αυτές προκύπτουν όσο περισσότερο οι μαθητές μελετούν την ιστιοπλοΐα και την τέχνη της.

Powered by themekiller.com anime4online.com animextoon.com apk4phone.com tengag.com moviekillers.com